ΟΙ ΣΠΑΡΤΑΛΗΔΕΣΟι πρόγονοί μας

Η Σπάρτη της Πισιδίας, γνωστή σήμερα ως Isparta Τουρκίας, βρίσκεται στη νοτιοδυτική ενδοχώρα της Μικράς Ασίας και αποτέλεσε έως τις αρχές του 20ού αιώνα οργανωμένο αστικό κέντρο με μικτό πληθυσμό, στον οποίο ξεχώριζε η ακμαία ελληνορθόδοξη κοινότητα. Η παρουσία των Ελλήνων της Σπάρτης της Πισιδίας τεκμηριώνεται από ιστορικές πηγές και από την ύπαρξη κοινοτικών και λατρευτικών δομών, γεγονός που εντάσσει την πόλη στο ευρύτερο πλέγμα των ελληνικών κοινοτήτων της Μικρασιατικής ενδοχώρας πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η τοπική οικονομία συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την παραγωγή υφαντών και χαλιών, δραστηριότητα που αναπτύχθηκε συστηματικά ήδη από τον 19ο αιώνα και απέκτησε σταθερά χαρακτηριστικά οργάνωσης και εξωστρέφειας. Η πόλη καταγράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως σημαντικό κέντρο ταπητουργίας, με οργανωμένη παραγωγή και εμπορικά δίκτυα που εξασφάλιζαν τη διάθεση των προϊόντων στην Ευρώπη και στην Αμερική. Τα χαλιά της περιοχής ήταν γνωστά με την εμπορική ονομασία «Sparta carpets» ή «Σπάρτα Χαλίσι», στοιχείο που αποτυπώνει τη θέση της Σπάρτης της Πισιδίας στον διεθνή χάρτη της υφαντουργικής παραγωγής.

Οι Έλληνες κάτοικοι της πόλης, οι αποκαλούμενοι Σπαρταλήδες, ήταν πρωτεργάτες στην παραγωγική αυτή δραστηριότητα, αποκτώντας τεχνογνωσία στην ταπητουργία και στην υφαντουργία, η οποία μεταδιδόταν εντός των οικογενειών και των εργαστηρίων. Η παραγωγή δεν περιοριζόταν αποκλειστικά σε οικιακή κλίμακα, αλλά περιλάμβανε και μορφές οργανωμένης βιοτεχνικής δραστηριότητας, γεγονός που εξηγεί τη δυνατότητα συνέχειας και επανεκκίνησης της επαγγελματικής πρακτικής μετά τον ξεριζωμό.

Η «πόλη των ρόδων»

Η περιοχή της Isparta έγινε γνωστή ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα για την καλλιέργεια του ρόδου Δαμασκού (Rosa damascena), από το οποίο παράγεται το πολύτιμο ροδέλαιο που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία και στα καλλυντικά. Η καλλιέργεια επεκτάθηκε ιδιαίτερα στα τέλη της Οθωμανικής περιόδου, όταν φυτεύτηκαν εκτεταμένες ροδωνιές και δημιουργήθηκαν αποστακτήρια για την παραγωγή ροδέλαιου και ροδόνερου. Μάλιστα γύρω στο 1892 πραγματοποιήθηκε η πρώτη συστηματική απόσταξη ροδέλαιου στην Isparta, γεγονός που σηματοδότησε την αρχή μιας σημαντικής βιοτεχνικής δραστηριότητας στην περιοχή.

Το ροδέλαιο ήταν προϊόν πολύ μεγάλης αξίας, επειδή για να παραχθεί ένα κιλό χρειάζονται αρκετοί τόνοι ροδοπέταλων και η διαδικασία απόσταξης είναι ιδιαίτερα απαιτητική. Γι’ αυτό η καλλιέργεια των ρόδων και η παραγωγή αρωματικών προϊόντων αποτέλεσαν βασικό αγροτικό και βιοτεχνικό εισόδημα της περιοχής και συνδέθηκαν με μικρά οικογενειακά αποστακτήρια.

Η παραγωγή και το εμπόριο ροδέλαιου
Στη Σπάρτη της Πισιδίας, η καλλιέργεια και η συλλογή των τριαντάφυλλων πραγματοποιούνταν κυρίως από τον αγροτικό πληθυσμό της περιοχής, ενώ οι Έλληνες της πόλης, οι Σπαρταλήδες, δραστηριοποιούνταν κυρίως στο εμπόριο, τη διακίνηση και την επεξεργασία του προϊόντος.

Το ροδέλαιο και το ροδόνερο αποτελούσαν σημαντικό στοιχείο της οικονομικής ζωής της Σπάρτης πριν από τον ξεριζωμό του 1922.

Μετά τα γεγονότα της περιόδου 1919-1922 και την υποχρεωτική μετακίνηση των ελληνορθόδοξων πληθυσμών στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών, οι Σπαρταλήδες εγκατέλειψαν οριστικά τη Σπάρτη της Πισιδίας και κατέφυγαν στην Ελλάδα, μεταφέροντας περιορισμένα υλικά αγαθά, αλλά σημαντικό άυλο κεφάλαιο γνώσης και επαγγελματικής υφαντικής εμπειρίας. Η εγκατάστασή τους στη Νέα Ιωνία και ειδικότερα στην περιοχή των Ποδαράδων συνδέεται άμεσα με αυτή την παραγωγική εξειδίκευση, καθώς οι συνθήκες της περιοχής, ιδίως η ύπαρξη υδάτινων πόρων και υδροφόρου ορίζοντα, υποστήριξαν δραστηριότητες που απαιτούσαν νερό και κατάλληλους χώρους εργασίας.

Στο πλαίσιο αυτό, πολλοί πρόσφυγες, που δεν διέθεταν πλέον περιουσία, εγκατέστησαν μικρούς ξύλινους αργαλειούς στα σπίτια τους και άρχισαν να κατασκευάζουν χαλιά, ενώ παράλληλα συγκροτήθηκαν στη Νέα Ιωνία μονάδες ταπητουργίας και κλωστοϋφαντουργίας. Το Ταμείο Περιθάλψεως Προσφύγων προχώρησε στην αγορά του κτήματος των Ποδαράδων για την αποκατάσταση των προσφύγων, καθώς η περιοχή προσφερόταν τόσο για οικιστική εγκατάσταση όσο και για ανάπτυξη παραγωγικών δραστηριοτήτων, περιλαμβάνοντας καλλιεργήσιμα και βοσκήσιμα εδάφη.

Η ταπητουργία και η κλωστοϋφαντουργία αποτέλεσαν βασική επαγγελματική διέξοδο και στοιχείο της κοινωνικής και επαγγελματικής ταυτότητας των Σπαρταλήδων στη Νέα Ιωνία και, μέσω της εργασίας και της συλλογικής οργάνωσης, συνέβαλαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της πόλης της Νέας Ιωνίας, ήδη από τον Μεσοπόλεμο, ως βιομηχανικού και βιοτεχνικού κέντρου Υφαντουργίας-Ταπητουργίας, που ονομάστηκε “Το Manchester της Ελλάδος”.